- βλεφαρίδ'
- βλεφαρίδα , βλεφαρίςeyelashfem acc sgβλεφαρίδι , βλεφαρίςeyelashfem dat sgβλεφαρίδε , βλεφαρίςeyelashfem nom/voc/acc dual
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.